23August2017

Home Green Corner Ταξίδι στο όνειρο
Monday, 01 June 2015 06:44

Ταξίδι στο όνειρο

-Ρε ψηλέ, πάμε σπίτι σου λέω, είμαι πτώμα! Το πρωί δουλεύω μεταφορική, δε με λυπάσαι;

-Έλα, θα κάνουμε το γύρο του γηπέδου όπως άλλοτε, κι αύριο στο πληρώνω εγώ το μεροκάματο. Επέτειο έχουμε απόψε, οκτώ γκολ είναι αυτά, έλα, μην το σκέφτεσαι καν. Θα κάνεις γλυκό ύπνο μετά!

Η ώρα ήταν ήδη περασμένες τέσσερις και το ημερολόγιο έγραφε ήδη 1η Ιουνίου 2015. Η Αλεξάνδρας ήταν σχεδόν άδεια πια. Τα πανηγύρια, τα συνθήματα και η χαρά των φίλων του Παναθηναϊκού για το νικηφόρο παιχνίδι απέναντι στον ΠΑΟΚ είχαν δώσει τη θέση τους στην απόλυτη ηρεμία. Μόνο ένα απορριμματοφόρο του δήμου στο απέναντι ρεύμα έκανε θόρυβο, ενώ στα προσφυγικά έσβηνε και το τελευταίο αναμμένο φως.

Ο Δημήτρης κι ο Άγγελος ήταν δυο παιδικοί φίλοι από τον Ερυθρό, που γνωρίστηκαν πριν αρκετά χρόνια στα σκαλιά της 13. «Αιώνια πιστοί» στον Σύλλογο Μεγάλο, σπανίως έχαναν παιχνίδι του Παναθηναϊκού σε οποιοδήποτε άθλημα. Μπολιασμένοι από μικρά παιδιά με το «μικρόβιο» του Τριφυλλιού κι έχοντας γράψει χιλιάδες οπαδικά χιλιόμετρα στο κοντέρ τους είχαν ήδη πάρει το δρόμο της επιστροφής από το μπαράκι της Μαβίλη που πήγαιναν συχνά, κυρίως μετά από νικηφόρους αγώνες της ομάδας.
Τα ξημερώματα της 1ης Ιουνίου όμως, θα έκαναν μία μικρή παράκαμψη καθ' οδόν για το σπίτι.
Στο γήπεδο «Απόστολος Νικολαΐδης»…


-Ρε Μήτσο, πήγαινε μόνος σου, να χαρείς ότι αγαπάς ρε μαλάκα, εγώ δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου. Και ούτε έχω φράγκα για ταξί.
-Άγγελε ξεκόλλα και πάμε. Καν' το για το φίλο σου. Μια υπέρβαση ρε, κι εγώ είμαι κουρασμένος! Και μη μασάς, εδώ δεν κώλωσες στην Τούμπα το 2004 που μας είχαν περικυκλώσει 150 παόκια μετά το γκολ του Μανώλη, τα ξεχνάς; Πάμε ρε, μαχητική ψυχή δε γράφει και το μπλουζάκι σου; Έλα, θα περπατήσουμε μια φορά όλο το γήπεδο γύρω-γύρω, να δούμε και τα νέα γκράφιτι και σπίτι θα σε πάω εγώ μετά, στους ώμους μου θα σε πάρω!
-Καλά ρε, αλλά θα το θυμάμαι αυτό που μου κάνεις απόψε!

Οι δύο φίλοι βρίσκονταν ήδη έξω από την αίθουσα της πάλης στη Θύρα 5 και συνέχιζαν να περπατούν προς το πέταλο που κοιτούσε το Λυκαβηττό. Σε κάποια στιγμή έστρεψαν ασυναίσθητα το βλέμμα τους στην τεράστια φωτογραφία του Κώστα Λινοξυλάκη που κοσμούσε την μπροστινή όψη του γηπέδου. Είχαν την αίσθηση πως ο αείμνηστος μπακ του Παναθηναϊκού γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος τους κλείνοντας τους συμβολικά το μάτι, αγνοώντας για λίγο τον Ουαλό αρχηγό της Γιουβέντους Τζον Τσαρλς με τον οποίον αντάλλαζαν λάβαρα. Κανένας όμως δεν είπε τίποτε στον άλλον είτε γιατί ντρεπόταν είτε επειδή έτσι κι αλλιώς η μπύρα έρρεε ήδη άφθονη στο αίμα και των δυο...

Έχοντας φτάσει πια έξω από την αίθουσα της τοξοβολίας στη Θύρα 2, είδαν έναν μεσόκοπο κύριο ντυμένο με σκούρο γκρι κοστούμι κι ένα μαύρο «καβουράκι» στο κεφάλι να πλησιάζει προς το μέρος τους. Στο δεξί του χέρι είχε διπλωμένες δύο σημαίες, μία γαλανόλευκη και μία πράσινη, ενώ στο αριστερό κρατούσε έναν σιδερένιο κρίκο που είχε περασμένα πάνω του κλειδιά. Τους έκανε εντύπωση πως παρά το προχωρημένο της ώρας ο κύριος ήταν ντυμένος στην τρίχα. «Καβουράκι το 2015; Περίεργο...», σιγοψιθύρισαν κι οι δύο, «ξαναγύρισε στη μόδα ή είναι όλα στη φαντασία μας;».
Ο «παράξενος» κύριος αποφάσισε να τους μιλήσει.
-Καλησπέρα παιδιά!,
-Καλησπέρα και σε εσάς! του απάντησαν εκείνοι κάπως φοβισμένα.

-Βάλτε ένα χεράκι παιδιά μου να ανοίξω τη σιδερένια την πόρτα, είναι βαριά πανάθεμα της και με ταλαιπωρεί. Εγώ πάντως την έκανα την εισήγηση μου στον κύριο Παπάζογλου, η πόρτα αυτή είναι παλιά και πρέπει να αντικατασταθεί. Από τότε που κατασκευάστηκε το γήπεδο την έχουμε…
Οι δύο φίλοι άρχισαν να κοιτάζονται. «Τρελός είναι αυτός ρε Άγγελε;», ψιθύρισε ο Δημήτρης στο φίλο του, «για ρώτα τον ποιος είναι και τι θέλει».
-Ποιος είστε κύριε;
-Με συγχωρείτε, έχετε απόλυτο δίκιο, δεν σας συστήθηκα... Ονομάζομαι Άντώνης Βρεττός, κι είμαι ο διευθυντής του γηπέδου αυτού, αν δε με έχετε ακουστά. Εντάξει, παραδέχομαι πως δεν είμαι τόσο δημοφιλής όσο ο άλλος Αντώνης, ο Μηγιάκης, ούτε καλό φουτ-μπωλ ξέρω…Προσπαθώ απλώς να ανοίξω την πόρτα γιατί πρέπει να μπω μέσα, σε λίγο ξεκινάει το παιχνίδι και πρέπει να κάνω την καθιερωμένη έπαρση σημαίας. Ωχ και άργησα σήμερα, θα είναι έξαλλος ο πρόεδρος. Μήπως έχετε ώρα; Από τη βιασύνη μου ξέχασα να φορέσω το ρολόι μου».
-Τέσσερις και δεκατρία λεπτά», του απάντησε ο Άγγελος.
-Λοιπόν, μόλις βάλω το κλειδί στην κλειδαριά θα ωθήσετε ελαφρώς την πόρτα κι εκείνη θα ανοίξει. Κατόπιν θα περάσετε να παρακολουθήσετε τον αγώνα. Εντάξει;
-Εντάξει!
Οι δυο φίλοι ακολούθησαν την εντολή του κυρίου και χωρίς πολύ κόπο κατάφεραν να ανοίξουν την παλιά, σκουριασμένη πόρτα.

«Ρε Μήτσο, μήπως βλέπουμε κανένα όνειρο;».
«Δεν ξέρω, ειλικρινά... Πάντως εφιάλτης δε φαίνεται να είναι!»
Πλέον, το γήπεδο της Λεωφόρου είχε ανοίξει και τους περίμενε. Γυρίζοντας όμως πίσω το βλέμμα τους ο κύριος με τα κλειδιά είχε εξαφανιστεί...
Ένας ζεστός άνεμος αγκάλιασε τα σώματα τους, παρά το προχωρημένο της ώρας. Κι ένα διαπεραστικό αλλά μελωδικό σφύριγμα, σε ένα γνώριμο τους σκοπό, το οποίο όλο και δυνάμωνε, τους καλωσόριζε. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου το φεγγάρι θα δώσει τη θέση του στον ήλιο και η δροσερή νύχτα θα μετατραπεί σε ένα καυτό απόγευμα.
Τα δυο πέταλα είχαν εξαφανιστεί, το ίδιο και οι προβολείς. Το χορτάρι μεταμορφωνόταν σε χώμα και έξω από το γήπεδο φύτρωσαν πελώριες λεύκες. Η απέναντι σκεπαστή κερκίδα ήταν πλέον ξύλινη αλλά γεμάτη με κόσμο που ήταν όρθιος και χειροκροτούσε. Οι σημαίες που μέχρι πριν λίγο βρίσκονταν στο χέρι του κυρίου που εξαφανίστηκε, ως δια μαγείας στόλιζαν τώρα τους ψηλότερους ιστούς του γηπέδου...

-Αν είναι όνειρο μη με ξυπνήσεις», είπε ο Άγγελος και ο Δημήτρης του απάντησε «Aγώνα έχει;»
-Έτσι φαίνεται!
-Κι αν έχει αγώνα πως θα μπούμε χωρίς εισιτήριο;
-Τα εισιτήρια σας παρακαλώ κύριοι! Το παιχνίδι ξεκινάει σε 1 λεπτό!

Ένας κύριος με λευκό πουκάμισο, μαύρο λινό γιλέκο, τιράντες και καφέ καπέλο τους πλησίασε.
-Πού πουλάνε εισιτήρια κύριε, δεν έχουμε αγοράσει», τον ρώτησε ο Δημήτρης.
-Αυτά εκεί που κρατάτε τι είναι; Καταλαβαίνω, σας έχει χτυπήσει ο ήλιος κατακέφαλα, μπήκε ο Ιούνιος και μας έφερε καύσωνα. Έχετε και αγωνία να υποθέσω…Εγώ είμαι ο επιστάτης. Κι εγώ έχω αγωνία, πολλή αγωνία. Ο γιατρός μου έχει συστήσει να μην παρακολουθώ αγώνες λόγω της υγείας μου. Την ομάδα του Μεσσάρη όμως δεν τη χάνω, ο κόσμος να χαλάσει!
Άφωνοι οι δύο φίλοι.
Στα χέρια τους όμως, όλως παραδόξως, προεξείχαν δύο κίτρινα εισιτήρια, τα οποία ο επιστάτης έσκισε στην άκρη και που πάνω έγραφαν:

«Παναθηναϊκός Α.Ο.-Ολυμπιακός Σ.Φ.Π.,
Αγών Πρωταθλήματος Ελλάδος της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας,
1η Ιουνίου 1930, ώρα ενάρξεως 5η μετά μεσημβρίας»...

-Περάστε γρήγορα παιδιά γιατί περιμένει κόσμος πολύς! Αλήθεια, δε μου είπατε, Αθηναίοι ή Πειραιείς είστε;
-Αθηναίοι.
-Γκάγκαροι;
O Άγγελος γνώριζε πως «γκάγκαρος» σημαίνει «αυθεντικός Αθηναίος, γέννημα θρέμμα». Το είχε διαβάσει κάπου στο διαδίκτυο.
-Ναι, γκάγκαροι!»
-Και από ποια συνοικία έρχεστε;
-Από τον Ερυθρ…εεε, δηλαδή...από το Θησείο! Είμαστε με την ομάδα του Μεσσάρη, ζήτω ο Παναθηναϊκός!
-Μπράβο παιδιά! Περάστε λοιπόν, πάρτε και μια λεμονάδα από το φίλο μου εκεί κάτω, τον κυρ-Παναγή και πείτε του ότι είναι από τον Θανάση το Νίκαινα, ξέρει αυτός, δε θα πληρώσετε ούτε τρύπιο δεκαράκι! Άντε, με τη νίκη! Πρέπει να τους δείξουμε ότι οι Ανδριανοπουλαίοι δεν πιάνουν μια μπροστά στον Μεσσάρη, στον Συμεωνίδη, στον Πιερράκο και στον Υποφάντη! Έφεραν και φέρετρο να μας κηδέψουν, αλλά εγώ έχω μια προαίσθηση πως τη σημερινή ημέρα θα τη διηγούμαι και στα εγγόνια μου!

Οι δυο φίλοι πήραν τη θέση τους στις εξέδρες του γηπέδου. Το γήπεδο είχε αυτή τη στιγμή πάνω από δέκα χιλιάδες κόσμο, παρόλο που φαινομενικά χωρούσε πολύ λιγότερους. Μέγα πλήθος, μέγα πάθος! Η ζέστη αποπνικτική και οι περισσότεροι θεατές είχαν ήδη βγάλει τα σακάκια τους. Όλοι ανεξαιρέτως κρατούσαν μια λεμονάδα στο χέρι και παρά τον καύσωνα ήταν ενθουσιώδεις και εκδηλωτικοί. Πολλοί συνοδεύονταν κι από τις «μαντμαζέλες τους», οι οποίες ήταν πιο φανατικές κι από τους ίδιους! Άλλες με πράσινα κι άλλες με κόκκινα μακριά φορέματα και ομόχρωμα καπέλα.

Μόνο μία κενή θέση φαινόταν να υπάρχει στο γήπεδο. Ήταν αυτή δίπλα στον Άγγελο.
Ξαφνικά, ολόκληρη η πλευρά της κερκίδας στην οποία κάθονταν ο Δημήτρης κι ο Άγγελος σηκώθηκε και όλοι παραμέρισαν βγάζοντας το καπέλο τους, σα να ήθελαν να χαιρετήσουν κάποια σημαντική παρουσία. Όσοι κάθονταν στις σκάλες σηκώθηκαν κι αυτοί, μέχρι που από τα αμέτρητα καπέλα που υπήρχαν γύρω-γύρω άρχισε να ξεπροβάλλει η φιγούρα ενός ψηλού κυρίου, ο οποίος κατέβαινε τα σκαλιά για να καθίσει στη θέση του.

-Ο κύριος Απόστολος!, ψιθύρισε ένας θεατής με δέος.
Ο κύριος κάθισε τελικά στη θέση που ήταν κενή, δίπλα στον Άγγελο, ενώ παράλληλα όλη η κερκίδα τον κοίταζε με θαυμασμό.
Ο Δημήτρης κι ο Άγγελος τον αναγνώρισαν αμέσως. Δεν είχε τύχει να γνωρίσουν ποτέ τον εν λόγω κύριο, αλλά είχαν διαβάσει πολλά για αυτόν. Ήταν η μεγάλη τους ευκαιρία να του πουν μια κουβέντα, ίσως να μην τους εμφανιζόταν ποτέ ξανά η ευκαιρία να το κάνουν.

-Καλησπέρα σας κύριε Νικολαΐδη», ο Άγγελος, λιγότερο «ψαρωμένος» από τον Δημήτρη, αποφάσισε να σπάσει τον πάγο.
-Καλησπέρα σας κύριοι!», τους απάντησε ο «πατριάρχης».
-Πώς το βλέπετε το παιχνίδι σήμερα, θα κερδίσουμε τον Ολυμπιακό;» αυτή τη φορά ήταν σειρά του Δημήτρη να πει κι αυτός κάτι.
-Κοιτάξτε κύριοι, ο Ολυμπιακός έχει ισχυρήν ομάδαν, με επικίνδυνη επιθετική γραμμή. Εάν όμως επιτύχουμε την αναχαίτιση της και βρεθεί σε καλή μέρα ο Πιερράκος, τότε θα είμεθα εμείς οι νικηταί. Πρώτη φορά σας βλέπω στο γήπεδο μας. Είστε φίλαθλοι του Ομίλου μας;»
-Bεβαίως!»
-Παρακολουθείτε όλες τις αθλητικές εκδηλώσεις του συλλόγου;»
-Σχεδόν πάντα!»
«Τότε έχω να σας δώσω κάτι. Το έγραψε ο κύριος Παπάζογλου και θέλω να το κρατήσετε».
Το παιχνίδι είχε ήδη ξεκινήσει, αλλά οι δυο φίλοι μπήκαν στον πειρασμό να διαβάσουν την επιστολή που τους έδωσε ο Νικολαΐδης, η οποία έγραφε τα εξής:

epistoli

Ο Δημήτρης έβαλε την επιστολή στην τσέπη του κι έκλεισε το φερμουάρ. Δε γινόταν να χαθεί αυτό το κειμήλιο!
-Είναι πρέπον να γνωρίζετε, αγαπητοί κύριοι πόσο μεγάλη αξία έχουν για εμάς τους Παναθηναϊκούς τα λόγια του κυρίου Παπάζογλου. Διαβάστε τα προσεκτικά και προωθήστε τα όπου υπάρχουν φίλαθλοι μας, ώστε να γίνει κάποτε πραγματικότητα το όραμα της διοικήσεως μας. Να μεγαλουργήσει δηλαδή ο Παναθηναικός σε κάθε εκδήλωση αθλητισμού, να καταστεί Πρωταθλητής όχι μόνο στην ποδοσφαίριση, αλλά και στην καλαθόσφαιρα, στον αθλητισμόν στίβου, στην κολύμβηση, στο βόλλευ-μπωλ, στην οπλομαχία, στην πυγμαχία, παντού. Να γίνει Μεγάλος και Τρανός, στον αθλητισμό αλλά και στην κοινωνία εν γένει!»

Το παιχνίδι θα λάβει διαστάσεις θριάμβου για τον Παναθηναϊκού κι ένα μεγάλο πανηγύρι θα στηθεί, αρχικά στην κερκίδα και ακολούθως σε ολόκληρη την πρωτεύουσα.. Οι άσοι με τις πράσινες φανέλες με τις οριζόντιες λευκές ρίγες και το ραμμένο τριφύλλι στο μέρος της καρδιάς είχαν ήδη πετύχει το όγδοο τους τέρμα και αυτό ήταν το έναυσμα για τους Αθηναίους να ξεκινήσουν τα σκωπτικά τραγούδια και τα αυτοσχέδια τετράστιχα. Ένα ένατο τέρμα θα ακυρωθεί, αλλά αυτό δε θα είναι αρκετό για να χαλάσει την πανηγυρική ατμόσφαιρα.
Και καθώς ο Ιταλός διαιτητής σφύριζε τη λήξη, όλοι οι Παναθηναικοί, βγαίνοντας από το γήπεδο άρχισαν να τραγουδούν «έγινε ένα ματς το δείλι, που ήταν όλο μεγαλείο, κι εδοξάσθη το τριφύλλι, με οκτώ-δύο» και «σέντερ φορ Μηγιάκης, χαφ Ανδρίτσος-Υποφάντης, ε βρε κοσμάκη κουτέ, τέτοια ομάδα δεν είδες ποτέ, να έχη τέτοια χάρι και αρχηγό Μεσσάρη»…Μαζί τους και γεμάτοι χαρά και ενθουσιασμό βγήκαν και οι δυο φίλοι. Είχαν μόλις απολαύσει το Μεσσάρη από κοντά, να «ερωτοτροπεί» με τη στρογγυλή θεά. Δεν ήθελαν κάτι άλλο πλέον. Σαραβάκο, Βαζέχα, Σισσέ, Μπεργκ, ακόμα και Δομάζο, που τον πρόλαβαν στα τελευταία του, είχαν ήδη δει. Μεσσάρη όμως όχι...

Στο δρόμο προς την έξοδο, το πλήθος άρχισε να αραιώνει, μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως. Ο ήλιος έδινε ξανά τη θέση του στο φεγγάρι. Το παραλήρημα του κόσμου, τα συνθήματα και τα τραγούδια κόπηκαν μονομιάς και στη θέση τους επανήλθε η ηρεμία. Ένας κρύος, αυτή τη φορά, αέρας διαπέρασε τα ρούχα τους και το απορριμματοφόρο που βρισκόταν απέναντι, την ώρα που έμπαιναν στο γήπεδο, συνέχιζε απρόσκοπτα τη δουλειά του. Η πόρτα του γηπέδου ήταν πλέον ερμητικά κλειστή και τα κλειδιά έλειπαν...

Τα πάντα βρίσκονταν ξανά στην προτέρα κατάσταση. Σα να μην πέρασε ούτε ένα δευτερόλεπτο.
Ο Άγγελος κοίταξε το ρολόι του. Τέσσερις και δεκατρία λεπτά…
Ο Δημήτρης άνοιξε το φερμουάρ της τσέπης του. Το χαρτί έλειπε…
Τα αποδεικτικά στοιχεία ότι οι δυο φίλοι ήταν παρόντες σε μία ιστορική για τον Παναθηναϊκό, στιγμή, που συνέβη στο ίδιο μέρος πριν από 85 ολόκληρα χρόνια και που θα μνημονεύεται εσαεί, είχαν χαθεί. Ήταν απλά ένα ταξίδι στο όνειρο.

'Όμως...

...Το όνειρο δε σβήνει, το ταξίδι δε σταματά»...

ΥΓ.

  • Ο Αντώνης Βρεττός ήταν διευθυντής του γηπέδου της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και αυτός που ύψωσε για πρώτη φορά την ελληνική σημαία στην Αθήνα, τέσσερις ημέρες πριν από την απελευθέρωση, στις 8 Οκτωβρίου 1944.
  • Ο Θανάσης Νίκαινας ήταν επιστάτης του γηπέδου της Λεωφόρου για πολλά χρόνια και ένας αφανής «εργάτης» του συλλόγου. Αγαπούσε τόσο πολύ τον Όμιλο, που, την περίοδο της Κατοχής έθαβε τα τρόπαια του Παναθηναϊκού με σκοπό να τα κρύψει ώστε αυτά να μη γίνουν λάφυρα στα χέρια των κατακτητών.
  • Ο Απόστολος Νικολαΐδης ήταν ο ιστορικός ηγέτης του Παναθηναικού για πολλές δεκαετίες, και ο άνθρωπος ο οποίος μετέτρεψε τον Παναθηναικό από Ποδοσφαιρικό Όμιλο σε «Πρωταθλητή σ’ όλα τα σπορ»…
  • Ο Άγγελος Μεσσάρης ήταν ο μεγαλύτερος προπολεμικός έλληνας ποδοσφαιριστής. Σταμάτησε την μπάλα μόλις στα 22 του χρόνια. Πρόλαβε όμως να περάσει στη σφαίρα του μύθου.
  • Ο Δημήτρης και ο Άγγελος θα μπορούσαν να είναι οποιοσδήποτε από όλους εμάς που, έχοντας το τριφύλλι βαθιά μέσα στην καρδιά, ΔΕΝ ΞΕΝΕΡΩΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ…


Ar1stot3lis

Last modified on Wednesday, 10 June 2015 13:52
                    
Help our cause keep the amateur divisions of Panathinaikos alive! All contributions are sent towards the amateur divisions of Panathinaikos!
Βοηθήστε την προσπάθεια μας να κρατήσουμε ζωντανά τα ερασιτεχνικά τμήματα του Παναθηναϊκού. Όλες οι εισφορές αποδίδονται στο ολόκληρο στον Ερασιτέχνη!

CONNECT