23April2017

Home Γνωρίζατε ότι... Η αρχόντισσα που πότιζε τη Λεωφόρο, οι σοκολάτες του Μοάτσου και τα παπούτσια του Χιονίδη
05 June 2015

Η αρχόντισσα που πότιζε τη Λεωφόρο, οι σοκολάτες του Μοάτσου και τα παπούτσια του Χιονίδη

Η Μαρλέν Καρρέρ, γόνος μίας από τις πλέον επιφανείς οικογένειες των Επτανήσων, έκλεισε για τελευταία φορά τα μάτια το περασμένο Σάββατο, 30 Μαΐου 2015, σε ηλικία 81 ετών, στο γενικό νοσοκομείο της αγαπημένης της Ζακύνθου. Ρούφηξε κάθε στιγμή, κάθε δώρο της μοίρας, απόλαυσε τη ζωή «σαν να είναι ένα πάρτι» –όπως τιτλοφόρησε και τη βιογραφία της–, συνεισέφερε πολλά στην πολιτιστική ανάπτυξη της Ελλάδας και συνδέθηκε με... δεσμούς αίματος με τον αγαπημένο της Παναθηναϊκό.

Εξάλλου, θείος της ήταν ο Ιωάννης Μοάτσος, πρόεδρος του Παναθηναϊκού Α.Ο (1952-53 έως 1961-62). Αυτός τη μύησε στον μαγικό κόσμο του Τριφυλλιού και την έκανε να λατρέψει τον Σύλλογο τον Μεγάλο. Πώς τα κατάφερε; Θα το δούμε σε λίγο. Πρώτα...

Λίγα λόγια για την γεμάτη λάμψη– ζωή της

Η Μαρλέν Καρρέρ ήταν μέλος οικογένειας με παράδοση στην πολιτιστική και πολιτική προσφορά της χώρας. Ο πατέρας της Διονύσης και η μητέρα της Αλίκη γεννήθηκαν και γνωρίστηκαν στην ελληνική παροικία της Αιγύπτου. Νεαροί, όμως, εγκατέλειψαν την αφρικανική ήπειρο και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Στη Ζάκυνθο. Ο Διονύσης Καρρέρ είχε «έναν τίτλο ευγενείας», διέθετε γνωριμίες στο παλάτι και στον πολιτικό κόσμο. Η άποψή του ήταν υπολογίσιμη στα Επτάνησα.

Όταν γεννήθηκε η Μαρλέν (το όνομά της προέρχεται από τη γιαγιά της Μαρία και τη νονά της Ελένη), η οικογένεια Καρρέρ μετακόμισε στην Αθήνα. Τα παιδικά της χρόνια τα έζησε στη δίνη της Κατοχής και του Εμφυλίου. Οι συνθήκες ήταν τραγικές ακόμη και για τις εύπορες οικογένειες. «Το παιδί μου. Θα το χάσω από πείνα», άκουγε τον πατέρα της να λέει στον επιστήθιο φίλο του Γεώργιο Βλάχο, ιδιοκτήτη της «Καθημερινής». Οι δύο τους έβρισκαν ανορθόδοξους τρόπους για να φέρνουν λίγο φαγητό στο σπίτι τους, εκμεταλλευόμενοι τη γνωριμία τους με έναν νεκροθάφτη, ο οποίος... βουτούσε ό,τι ήταν εφικτό από τα πλουσιοπάροχα τραπέζια στις κηδείες Γερμανών.

Μετά τον πόλεμο, η Μαρλέν σπούδασε νομική στην Ελβετία. Επέστρεψε στην Αθήνα όπου παντρεύτηκε και αργότερα χώρισε. Οι «υψηλοί» κύκλοι επαφών της οικογένειάς της την έφεραν κοντά σε εξέχουσες προσωπικότητες της κοσμικής Αθήνας. Λάτρεψε τον χώρο των τεχνών και αφιέρωσε σε αυτόν τη ζωή της. Εργάστηκε στο πλευρό της Μελίνας Μερκούρη στο Υπουργείο Πολιτισμού, στην κρατική τηλεόραση, σε ιδιωτικά κανάλια. Έπαιξε σε ταινίες,  ενώ συνδέθηκε με στενούς φιλικούς δεσμούς, με «σταρ» όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Τζένη Καρέζη, μέχρι και ο Αλέν Ντελόν.

Και έκανε πάρτι. Πολλά πάρτι. Η ζωή της ήταν ένα μεγάλο, λαμπερό πάρτι.

Ο θείος Ζαν, οι σοκολάτες και το γκαζόν της Λεωφόρου που δεν έλεγε να φυτρώσει

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε την οικογένεια Καρρέρ στο Κολωνάκι, στο ισόγειο της πολυκατοικίας στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ 52. Στο ίδιο σπίτι κατοικούσαν η Μαρλέν με τους γονείς της, την ξαδέλφη της και τη γιαγιά της. Στον πέμπτο όροφο έμενε ο τότε αντιστράτηγος και αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού Αλέξανδρος Παπάγος, με τον οποίο ο πατέρας της Μαρλέν συνεργάστηκε πολιτικά μετά από χρόνια. Στην ακριβώς απέναντι πολυκατοικία διέμενε ο Γεώργιος Βλάχος με τη γυναίκα του και την κόρη του «Ελενίτσα» (την Ελένη Βλάχου, στα χέρια της οποίας πέρασε μετέπειτα η «Καθημερινή»).

Τα τραγικά εκείνα χρόνια, η Μαρλέν έκανε μία γνωριμία που σημάδεψε τη ζωή της. Αφήνουμε το λόγο στην ίδια και αναδημοσιεύουμε τις αφηγήσεις της  –μέρος ενός εξαιρετικού έργου της δημοσιογράφου Αλεξάνδρας Τσόλκα–, που κυκλοφόρησε το 2006 από τις εκδόσεις «Μίνωας».

«Κάποια μέρα ξυπνάω από φωνές και φασαρίες. Ένας ψηλός άνδρας –γίγαντας φαίνεται στα μάτια μου– στέκεται μπροστά από το κρεβάτι μου.

”Είμαι ο θείος Ζαν” μου λέει. Μόλις έχει πέσει με τους Άγγλους αλεξιπτωτιστές στην Ελλάδα. Ήταν στο Λονδίνο όταν άρχισε ο πόλεμος και βρέθηκε να υπηρετεί στη RAF.

”Ο θείος Ζαν; Δε σε ξέρω” του απαντώ. “Ή μπορεί να μη σε θυμάμαι”.

”Αυτό όμως θα το θυμάσαι για πάντα, μικρό μου” μου λέει, και πετάει δεκάδες πολύχρωμα παραλληλόγραμμα στο κρεβάτι μου. Χρυσό, ασημί και κόκκινο παντού. Χαρτάκια υπέροχα που τυλίγουν και κρύβουν ένα περιεχόμενο μυστηριώδες, απαγορευμένο, μαγικό· μία γεύση και μία μυρωδιά παραμυθιού. Η γλώσσα βυθίζεται στο βελούδο και την απαλότητα. Τι πράγμα πρωτόγνωρο, μόνο για βασιλείς και τυχερούς! Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει αυτό για μένα;

”Πώς το λένε;”, ρωτάω μπουκωμένη,

”Σοκολάτα μικρό μου. Τρως για πρώτη φορά σοκολάτα...»

Η παραστατική αφήγησή της παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, αφενός γιατί σκιαγραφεί την τρυφερή, στοργική πλευρά του χαρακτήρα μίας εμβληματικής προσωπικότητας, του Ιωάννη Μοάτσου, και αφετέρου γιατί δίνονται μέσω αυτής ορισμένα, άγνωστα στο ευρύ κοινό, βιογραφικά στοιχεία από τη ζωή του σπουδαίου άνδρα. Συνεχίζει η Μαρλέν Καρρέρ:

«Ποτέ δεν ξέχασα τον θείο Ζαν και τις σοκολάτες. Ο Γιάννης ή Ζαν Μοάτσος, μακρινός θείος του πατέρα μου, χάθηκε μετά απ’ αυτό στην ανωνυμία της Αντίστασης. Όταν αργότερα βγήκαν όλα πάλι στο φως και υπήρξε ξανά Ελλάδα, βρέθηκε στο πλευρό του Πλαστήρα. Πρωτοπαλίκαρο και έμπιστός του».

Πράγματι, ο Ιωάννης Μοάτσος καταπιάστηκε με την πολιτική. Ανέλαβε τη διεύθυνση του πολιτικού γραφείου του Νικολάου Πλαστήρα και οι δύο τους συνδέθηκαν φιλικά. Ο τελευταίος, μάλιστα, μη κατέχοντας το παραμικρό περιουσιακό στοιχείο, διέμενε τακτικά ως φιλοξενούμενος– στην οικία Μοάτσου. Παράλληλα, ο Μοάτσος «χάρισε» ένα εξίσου αξιοσημείωτο κομμάτι του βίου του  στον Παναθηναϊκό. Εγγράφηκε (μαζί με τον αδελφό του Επαμεινώνδα) μέλος του Ομίλου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ηγετικές του ικανότητες τον βοήθησαν να αναλάβει γρήγορα το αξίωμα του αντιπροέδρου. Παρέμεινε αντιπρόεδρος μέχρι και το 1952, όταν εκλέχθηκε πρόεδρος του Παναθηναϊκού Α.Ο. στη θέση του Γεωργίου Κοζώνη. Διετέλεσε πρόεδρος για εννέα συνεχόμενα χρόνια! Όταν χρειάστηκε, ο Μοάτσος αξιοποίησε τις πολιτικές του γνωριμίες προς όφελος του Παναθηναϊκού. Έτσι, χάρη σε αυτόν και στις πιέσεις που άσκησε στον Πλαστήρα, ο Σύλλογος εξασφάλισε ένα πολύ ευνοϊκό δάνειο, ώστε να επεκτείνει το γήπεδό του στη Λεωφόρο και να κατασκευάσει το πέταλο της σημερινής Θύρας 13. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Παναθηναϊκού, ως ελάχιστο ηθικό αντάλλαγμα, ανακήρυξε τους Μοάτσο και Πλαστήρα Μεγάλους Ευεργέτες του Παναθηναϊκού!

Με το γαμπριάτικο του Διονύση Καρρέρ θάφτηκε ο Πλαστήρας

Όταν, το 1953, ο Νικόλαος Πλαστήρας πέθανε, ο Μοάτσος επισκέφτηκε τον Διονύση Καρρέρ, πατέρα της Μαρλέν. Του ανήγγειλε το θλιβερό γεγονός και του ζήτησε μία χάρη ασυνήθιστη... «Δωσ’ μου το φράκο του γάμου σου να τον θάψουμε. Δεν είχε ούτε ένα κοστούμι». Ο Πλαστήρας θεωρούσε ντροπή να διαθέτει ένας πολιτικός την οποιαδήποτε περιουσία! Και κάπως έτσι, με το γαμπριάτικο κοστούμι του Καρρέρ –ο οποίος μάλιστα τότε ήταν βουλευτής του Παπάγου–, ο «Μαύρος Καβαλάρης» (έτσι είχε ονομαστεί ο Πλαστήρας από τους συμπολεμιστές του στους Βαλκανικούς Πολέμους) «κάλπασε» στο τελευταίο του ταξίδι.

«Περίμενα να δω το χώμα της Λεωφόρου να πρασινίζει»

 Ο Ι. Μοάτσος έπαιρνε πού και πού την Μαρλέν μαζί του στο γήπεδο. Όσο αυτός πήγαινε στα αποδυτήρια για να μιλήσει με τους παίκτες και στα γραφεία (που βρίσκονταν εντός Λεωφόρου) για να διευθετήσει τις αμέτρητες υποχρεώσεις που περνούσαν από τα χέρια του, άφηνε την ανιψιά του στον αγωνιστικό χώρο. Εκεί όπου πατούσαν τα ιερά τέρατα του Παναθηναϊκού τις αγωνιστικές ημέρες, η μικρή Μαρλέν πότιζε και περίμενε να δει το φρεσκοφυτεμένο γκαζόν να φυτρώνει.

«Μ’ άφηνε εμένα, παιδάκι τόσο δα, να ποτίζω με ένα παιδικό ποτιστηράκι το χώμα, με τις ώρες. Βλέπεις, είχε φυτέψει γκαζόν και αργούσε να πιάσει. Απογεύματα ολόκληρα γλίστραγε το νερό στο χώμα, με τον ήλιο να καίει τις ξύλινες εξέδρες –γιατί ξύλινες ήταν τότε–, κι εγώ απορροφημένη, αφοσιωμένη με όλο το σώμα και την ψυχή, περίμενα να δω να πρασινίζει το χώμα. Λίγο μόνο, να έτσι, να σκάσει ένα φυλλαράκι. Μπα... Και μετά μου λες γιατί είμαι Παναθηναϊκός! Αφού πότιζα το γκαζόν απ’όταν ήταν ξερό, τι περιμένεις;»

Παπούτσια μόνο από του Χιονίδη!

Ήταν τόσο το μέγεθος της αγάπης που έτρεφε η Μαρλέν Καρρέρ στα νιάτα της για τον Παναθηναϊκό, που ζητούσε επίμονα από τους γονείς της να της αγοράζουν παπούτσια από ένα συγκεκριμένο κατάστημα υποδημάτων: από αυτό που διατηρούσε στην οδό Ιπποκράτους ο ποδοσφαιριστής του Τριφυλλιού Αλέκος Χιονίδης. Τι κι αν η οικογένειά της είχε τη δυνατότητα να της αγοράσει παπούτσια καλύτερης ποιότητα... Η Μαρλέν έθετε βέτο: «παπούτσια μόνο από τον Χιονίδη»!    

«Ήταν που λες ένας ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού, εδώ πιο πάνω στην Ιπποκράτους, ο Χιονίδης, που είχε ανοίξει ένα μαγαζί με φτηνά παπούτσια, απ’ αυτά που τα κρεμάνε έξω από την πόρτα. Σπουδαίος ποδοσφαιριστής. Εκείνη την εποχή και οι ποδοσφαιριστές ήταν φτωχοί. Παίζανε για τη φανέλα και τη γειτονιά. Μην κοιτάς σήμερα που συνέχεια μιλάνε και ζητάνε δισεκατομμύρια. Εγώ πάλι, λόγω του Παναθηναϊκού, ήθελα μόνο απ’ αυτόν παπούτσια. Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου, φόρα καλό παπουτσάκι, κοίτα τι όμορφο. Όχι εγώ! Εκεί! Ή απ’ του Χιονίδη ή ξυπόλυτη. Μπροστά στο μένος για τον Παναθηναϊκό υποχωρούσαν οι δικοί μου. Κι εγώ είχα σε όλα τα δαχτυλάκια μου κάλους. Παναθηναϊκούς όμως κάλους, έτσι;»

Υ.Γ. Όλες οι αφηγήσεις αντλήθηκαν από το βιβλίο της Μαρλέν Καρρέρ Η ζωή ένα πάρτι, που εξέδωσε σε συνεργασία με την Αλεξάνδρα Τσόλκα (εκδ. «Μίνωας»). Αρκετά στοιχεία του άρθρου πάρθηκαν από δημοσιεύματα στο διαδίκτυο, καθώς και από το προσωπικό αρχείο του αρθρογράφου. Στη φωτογραφία, αριστερά η Μ. Καρρέρ και δεξιά ο Ι. Μοάτσος. Στο κέντρο, φωτογραφία της Καρρέρ με την Τζένη Καρέζη, που δημοσιεύθηκε στο βιβλίο Η ζωή ένα πάρτι.

Ανδρέας Οικονόμου,
5 Ιουνίου 2015



                    
Help our cause keep the amateur divisions of Panathinaikos alive! All contributions are sent towards the amateur divisions of Panathinaikos!
Βοηθήστε την προσπάθεια μας να κρατήσουμε ζωντανά τα ερασιτεχνικά τμήματα του Παναθηναϊκού. Όλες οι εισφορές αποδίδονται στο ολόκληρο στον Ερασιτέχνη!

CONNECT